Δοκιμαστικές μεταφράσεις πέντε ποιημάτων, θα ακολουθήσουν ίσως λίγες ακόμα. Ο Bernhard ξεκίνησε γράφοντας ποίηση, την οποία παράτησε σχεδόν τελείως όταν ξεκίνησε να ασχολείται με την πεζογραφία. Οι παρατηρήσεις είναι φυσικά παραπάνω από ευπρόσδεκτες.

Μέχρι σήμερα δεν έχω υπ’ όψιν κάποιο συγκροτημένο σύνολο μεταφρασμένων στα ελληνικά ποιημάτων, πέραν κάποιων λίγων που είχε μεταφράσει ο Α. Ίσαρης. Οι οιωνοί δείχνουν όμως πως δεν θα αργήσει να κυκλοφορήσει κάτι. (Κάποια ακόμη μεταφρασμένα ποιήματα μπορεί κανείς να βρει εδώ, εδώ κι εδώ.)

~

Ο προπάππους μου ήταν έμπορος λαρδιού

Ο προπάππους μου ήταν έμπορος λαρδιού,
και σήμερα
όλοι τον θυμούνται ακόμα
μεταξύ Χένντορφ και Ταλγκάου,
Ζέεκιρχεν και Κέστενντορφ,
και ακούνε τη φωνή του
και στριμώχνονται
μαζί στο τραπέζι του,
που ήταν επίσης το τραπέζι του Κυρίου.
Το 1881, την άνοιξη,
αποφάσισε υπέρ της ζωής: φύτεψε
αμπέλι στον τοίχο του σπιτιού
και μάζεψε τους ζητιάνους·
η γυναίκα του, η Μαρία, αυτή με τη μαύρη κορδέλα,
του πρόσφερε άλλα χίλια χρόνια.
Επινόησε τη μουσική των γουρουνιών
και τη φωτιά της πικρότητας,
μιλούσε για τον άνεμο
και για τον γάμο των νεκρών.
Δεν θα μού έδινε ούτ’ ένα κομμάτι ξίγκι
για τις απελπισίες μου.

Mein Urgroßvater war Schmalzhändler

Mein Urgroßvater war Schmalzhändler,
und heute
kennt ihn noch jeder
zwischen Henndorf und Thalgau,
Seekirchen und Köstendorf,
und sie hören seine Stimme
und rücken zusammen an seinem Tisch,
der auch der Tisch des Herrn war.
1881, im Frühjahr,
entschied er sich für das Leben: er pflanzte
Wein an der Hauswand
und rief die Bettler zesammen;
seine Frau, Maria, die mitt dem schwarzen Band,
schenkte ihm weitere tausend Jahre.
Er erfand die Musik der Schweine
und das Feuer des Bitternis,
er sprach vom Wind
und von der Hochzeit der Toten.
Er würde mir kein Stück Speck geben
für meine Verzweiflungen.

~

Δεν πεθαίνουν πολλοί

Δεν πεθαίνουν πολλοί
για ένα σπίτι
στην έρημο
ή για ένα ξεραμένο δέντρο.

Δεν πεθαίνουν πολλοί
για τη στάχτη
που ήταν φωτιά,
για το κρασί
ενός έκπτωτου βασιλιά
ή για να γιορτάσουν
έναν στρατηγό
καμμένων χωραφιών.

Δεν πεθαίνουν πολλοί
για έναν άλλο,
όταν οι σπόροι κυματίζουν
και την άνοιξη
ο θάνατος και τα πουλιά
μαυρίζουν τον καθαρό ουρανό.

Όχι,
όχι πολλοί.

Nicht viele sterben

Nicht viele sterben
um ein Haus
in der Wüste
oder um einen vertrockneten Baum.

Nicht viele sterben
für Asche
die Feuer war,
für den Wein
eines gestürzten Königs
oder einem Feldherrn
verbrannter Äcker
zur Feier.

Nicht viele sterben
für einen andern,
wenn die Samen when
und im Frühling
Tod und Vögel
klare Himmel schwärzen.

Nein,
nicht viele.

~

Ξύπνα

Ξύπνα
ξύπνα
και άκου με
είμαι σ’ εσένα, Θεέ μου
ξύπνα
και άκουσέ με
είμαι μόνος μαζί Σου
έχοντας γίνει από καιρό στάχτη
και νεκρός μέσα στην πέτρα
όπου καμιά φωτιά δεν ξεπηδάει
ξύπνα
και άκουσέ με Θεέ μου
είμαι ήδη κουρασμένος απ’ την παγωνιά
και θλιμμένος
γιατί η μέρα μου μαραίνεται
και ποτέ πια δεν θα ξανάρθει
αυτό που ήταν
ω Κύριε
παγώνω
ο πόνος μου δεν έχει τέλος
ο θάνατός μου θα έρθει σύντομα
σ’ εμένα.

Wach auf

Wach auf
wach auf
und höre mich
ich bin in Dir mein Gott
wach auf
und hör mich an
ich bin allein mit Dir
verbrannt zu Asche längst
und tot im Stein
der mir kein Feuer schlägt
wach auf
und hör mich an mein Gott
ich bin vor Frost schon müd
und traurig
weil mein Tag verblüht
und nicht mehr wieder kommt
was war
o Herr
mich friert
mein Schmerz ist ohne End
mein Tod kommt bald
zu mir.

~

Το πρωινό κουβαλάει ένα μεγάλο σακί

Το πρωινό κουβαλάει ένα μεγάλο σακί.
     Του λέω: έχεις γεράσει τόσο,
που δεν έχεις ανάγκη να με περιφρονήσεις.
     Τα παπούτσια σου είναι κουρελιασμένα.
Το ρούχο σου ήταν κάποτε δικό μου –

     Κάθομαι στην τρύπα και σε περιμένω,
όχι σαν τη γριά, όχι σαν τα παιδιά, όχι
     σαν τον πάστορα, που μετά τη λειτουργία
κατεβαίνει προς το κρασί και ανταλλάζει τη γη.
     Σε υποδέχομαι με το μαστίγιο,
τρεμάμενος, μοχθηρός και εύθραυστος
     σαν ένα γαϊδουράγκαθο στο στεφάνι του ήλιου.

Der morgen trägt einen großen Sack.

Der morgen trägt einen großen Sack.
     Ich sage zu ihm: du bist so alt,
daß du mich nicht verachten brauchst.
     Deine Schuhe sind zerrissen.
Dein Rock hat einmal mir gehört –

     Ich sitze im Loch und erwarte dich,
nicht wie die Greisin, nicht wie die Kinder, nicht
     wie der Pfarrer, der nach der Predigt
zum Wein heruntersteigt und die Erde vertauscht.
     Ich empfange dich mit der Peitsche,
zitternd, gemein une zerbrechlich
     wie eine Distel im Sonnenrand.

~

Πίσω από τα δέντρα είναι ένας άλλος κόσμος

Πίσω από τα δέντρα είναι ένας άλλος κόσμος,
το ποτάμι μού φέρνει τα βογκητά,
το ποτάμι μού φέρνει τα όνειρα,
το ποτάμι σιωπά, όταν το βράδυ μέσα στα δάση
ονειρεύομαι τον βορρά…

Πίσω από τα δέντρα είναι ένας άλλος κόσμος,
που ο πατέρας μου αντάλλαξε με δύο πουλιά,
που η μητέρα μου μάς έφερε σε ένα καλάθι,
που ο αδερφός μου έχασε μέσα στον ύπνο, ήταν επτά χρονών και κουρασμένος…

Πίσω από τα δέντρα είναι ένας άλλος κόσμος,
μια χλόη με τη γεύση του πένθους, ένας μαύρος ήλιος,
μία σελήνη των νεκρών,
ένα αηδόνι που δεν σταματάει να παραπονιέται
με ψωμί και κρασί
και γάλα σε μεγάλες κανάτες
στη νύχτα των φυλακισμένων.

Πίσω από τα δέντρα είναι ένας άλλος κόσμος,
κατεβαίνουν τα μακριά αυλάκια
στα χωριά, στα χιλιετή δάση
αύριο θα αναρωτηθούν για εμένα,
για τη μουσική των βασάνων μου,
όταν το σιτάρι σαπίζει, όταν τίποτα από το χθες
δεν απομένει, από τα δωμάτιά τους, τα σκευοφυλάκια και τις αίθουσες αναμονής.

Θέλω να τους αφήσω. Με κανέναν
δεν θέλω πια να μιλάω,
με πρόδωσαν, το λιβάδι το ξέρει, ο ήλιος
θα με υπερασπιστεί, το ξέρω,
έφτασα πολύ αργά…

Πίσω από τα δέντρα είναι ένας άλλος κόσμος,
εκεί είναι μια άλλη γιορτή,
στο καζάνι των χωρικών κολυμπούν οι νεκροί και γύρω απ’ τις γούρνες
λιώνει γλυκά το λίπος των κόκκινων σκελετών,
εκεί καμιά ψυχή δεν ονειρεύεται πια τον τροχό του μύλου,
και ο άνεμος καταλαβαίνει
μόνο τον άνεμο…

Πίσω από τα δέντρα είναι ένας άλλος κόσμος,
η χώρα της σήψης, η χώρα
του εμπόρου,
ένα τοπίο τάφων άφησέ το πίσω
και θα εκμηδενιστείς, θα κοιμηθείς απάνθρωπα
και θα πίνεις και θα κοιμάσαι
από το πρωί μέχρι το βράδυ, από το βράδυ μέχρι το πρωί
και δεν θα καταλαβαίνεις πια τίποτα, ούτε το ποτάμι ούτε το πένθος·
γιατί πίσω από τα δέντρα,
        αύριο,
και πίσω από τους λόφους,
        αύριο,
είναι ένας άλλος κόσμος.

Hinter den Bäumen ist eine andere Welt

Hinter den Bäumen ist eine andere Welt,
der Fluß bringt mir die Klagen,
der Fluß bringt mir die Träume,
der Fluß schweigt wenn ich am Abend in den Wäldern
vom Norden träume…

Hinter den Bäumen ist eine andere Welt,
die mein Vater vertauscht hat für zwei Vogel,
die meine Mutter heimtrug in einem Korb,
die mein Bruder im Schlaf verlor, als er sieben Jahre alt war und müde…

Hinter den Bäumen ist eine andere Welt,
ein Gras, das nach Trauer schmeckt, eine schwarze Sonne,
ein Mond der Toten,
eine Nachtigall, die nicht aufhört zu klagen
von Brot und Wein
und Milch in großen Krügen
in der Nacht der Gefangenen.

Hinter den Bäumen ist eine andere Welt,
sie gehen in langen Furchen hinunter
in die Dörfer, in die Wälder der Jahrtausende,
morgen fragen sich nach mir,
nach der Musik meiner Gebrechen,
wenn der Weizen fault, wenn nichts von gestern
geblieben ist, von ihren Zimmern, Sakristeien und Wartesälen.

Ich will sie verlassen. Mit keinem
will ich mehr sprechen
sie haben mich verraten, der Acker weiß es, die Sonne
wird mich verteidigen, ich weiß,
ich bin zu spät gekommen…

Hinter den Bäumen ist eine andere Welt,
dort ist ein anderer Kirtag,
im Kessel der Bauern schwimmen die Toten und um die Tümpel
schmilzt leise der Speck von den roten Skeletten,
dort träumt keine Seele mehr von Mühlrad,
und der Wind versteht
nur den Wind…

Hinter den Bäumen ist eine andere Welt,
das Land der Fäulnis, das Land
der Händler,
eine Landschaft der Gräber laß hinter dir
und du wirst vernichten, grausam schlafen
und trinken und schlafen
von Morgen zum Abend, vom Abend zum Morgen
und nicht mehr verstehn, nicht den Fluß und nicht die Trauer;
denn hinter den Bäumen
        morgen,
und hinter den Hügeln,
        morgen,
ist eine andere Welt.