Στις δημόσιες υπηρεσίες η δοκιμασία του κύκλου λειτουργεί σαν ένας πρώτος κόφτης. Απορρίπτει αυτόματα όσους δεν διαθέτουν τον χρόνο και την όρεξη να βολοδέρνουν στους ορόφους ενός κτιρίου ψάχνοντας την σωστή ουρά στην οποία θα περάσουν το υπόλοιπο της ημέρας τους. Ταυτόχρονα περνάει και ένα σαφές μήνυμα: η διαδικασία είναι συγκεκριμένη και χρονοβόρα, η επίτευξη του στόχου όσο απλός και αν φαίνεται απαιτεί γαϊδουρινή υπομονή. Έχοντας το γεγονός αυτό υπόψη, ξεκίνησα ζητώντας πληροφορίες απ΄ το πρώτο γκισέ που βρήκα μπροστά μου, στην προσπάθειά μου να ανακαλύψω το αρμόδιο γραφείο για την δουλειά μου. Με παρέπεμψαν σε κάποιο άλλο, πιο αρμόδιο γραφείο που με παρέπεμψε σε ένα τρίτο, το οποίο με την σειρά του με παρέπεμψε σε ένα τέταρτο, και ούτω καθεξής, μέχρι τελικά να περάσω από όλα τα γραφεία του ορόφου, για να καταλήξω και πάλι στο αρχικό γκισέ.

Έχοντας περάσει επιτυχώς το πρώτο τεστ, αυτή την φορά μου υπέδειξαν το πράγματι αρμόδιο γραφείο. Κινήθηκα προς τα εκεί, απευθύνθηκα στην υπάλληλο και άρχισα να της εξηγώ την υπόθεσή μου. Παρότι δεν με κοιτούσε, έδειχνε να με ακούει. Κατά την αρχική μου εντύπωση εκτίμησα το γεγονός σαν ενθαρρυντικό, ωστόσο για κάποιο μυστήριο λόγο, όσο εγώ συνέχιζα, η έως τότε ουδέτερη έκφρασή της άρχισε να αλλάζει δραματικά. Ένα κατσούφικο σύννεφο έκανε την εμφάνισή του πάνω στο πρόσωπό της, μέχρι που αυτό σχεδόν πρασίνισε. Τα χέρια της σταμάτησαν να παίζουν μηχανικά με το στυλό όπως έκαναν μέχρι τότε, και σταδιακά ολόκληρο το σώμα της άρχισε να σκεβρώνει.

Παρόμοιες μεταλλάξεις είχα διαπιστώσει συχνά και στο παρελθόν, όποτε βρισκόμουν να χτυπιέμαι σαν το ψάρι στα δίχτυα μπροστά από υπαλλήλους, γραμματείς, πρωτοκολλητές, κλητήρες, που επινοούσαν με αξιοζήλευτη εφευρετικότητα και πάθος ένα σωρό σενάρια για να αποφύγουν την δουλειά τους. Συχνά, όλη αυτή η προσπάθεια προκαλούσε και στις δύο πλευρές μεγαλύτερη ταλαιπωρία απ΄ όση θα απαιτούνταν για την εξυπηρέτησή μου. Το σύνολο αυτών των αντιδράσεων, με βασικότερες ένα συνδυασμό αγχώδους, επιθετικής άνευ προφανούς αιτίας συμπεριφοράς και ακατάσχετης παραγωγής ψεμάτων, θα το ονομάσουμε Σύνδρομο Άρνησης Εξυπηρέτησης. Το σύνδρομο αυτό θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με την εξής κατάσταση: είσαι πιτσιρικάς και σε τσακώνουν οι γονείς σου από μακριά να καπνίζεις. Κόβονται τα πόδια σου, πετάς το τσιγάρο, κάνεις ότι είσαι άλλος μπας και μπερδευτούν, και όταν τελικά αναγκαστείς να τους αντιμετωπίσεις, ορκίζεσαι ότι αυτό το πράγμα στο χέρι σου μπορεί να ήταν μολύβι, αβοκάντο ή φυσερό για το τζάκι αλλά σε καμία των περιπτώσεων δεν ήταν τσιγάρο. Παρομοίως η απάντησή της:

«Δεν μπορώ να σας δώσω τα χαρτιά που ζητάτε.»

«Γιατί;»

«Χρειάζεται δικαστική απόφαση για κάτι τέτοιο.»

Η δήλωση της ήχησε σαν τουφεκιά στο σκοτάδι. Προς στιγμή σχεδόν το πίστεψα· μάλλον έτσι θα έχουν τα πράγματα. Και τι μπορώ να κάνω εγώ άλλωστε; Και πράγματι έτσι θα είχαν, αν δεν μου φαινόταν κάτι τέτοιο τόσο παράλογο, όσο το να ζητάς σπίρτα και ο περιπτεράς να απαιτεί βεβαίωση από την πρεσβεία της Κίνας.

«Είστε σίγουρη; Χρειάζεται δικαστική απόφαση για κάτι τόσο απλό;», της απάντησα, τονίζοντας μία μία τις λέξεις.

Ο αρχικός της εκνευρισμός πολλαπλασιάστηκε, σηκώθηκε από την καρέκλα και άρχισε να πηγαινοέρχεται αναζητώντας κάποια μυστική έξοδο κινδύνου. Αν και δεν την βρήκε, από τα πολλά πέρα δώθε ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της και πέρασε στην αντεπίθεση:

«Από το Τμήμα πέρασες; Δεν πέρασες!»

Η σιωπή μου έδειχνε να την προβληματίζει.

«Για ποιο λόγο θέλεις τα χαρτιά;»

«Δεν γνωρίζω γιατί δεν είναι για μένα, έχω όμως εξουσιοδότηση από τον ιδιοκτήτη του οχήματος.»

«Δεν μπορώ να στα δώσω αν δεν μου πεις τον λόγο.»

«Μα σας είπα πως δεν γνωρίζω τον λόγο!»

«Ωστόσο αν υπάρχει κάποιος λόγος που θα σας βοηθήσει να μου τα δώσετε, μπορείτε να μου τον πείτε!» Και να σας τον πω με την σειρά μου.

«Α όχι, εσύ πρέπει να μου πεις τον λόγο!» απάντησε χαιρέκακα και αναθάρρησε.

«Μάλιστα. Λοιπόν, έκανα μια πρώτη δοκιμή, τα χρειάζομαι για να εκδοθεί καινούργια άδεια», είπα επιφυλακτικά.

«Όχι δεν γίνεται για αυτό τον λόγο.»

«Χμμ… Τότε τα θέλω για να κάνω μεταβίβαση!»

«Όχι, όχι, λυπάμαι, δεν μπορώ να σας τα δώσω για αυτό τον λόγο!» είπε και απομακρύνθηκε αδιάφορα. Πλέον ήταν φανερό ότι είχε πάρει το πάνω χέρι, ένιωθα ότι όσο περνούσε η ώρα μετατρεπόμουν σε μια θλιβερή και αόρατη παρουσία, είχα πιαστεί σε ένα “κατς 22”: απέναντί μου υπήρχε ένας άνθρωπος που για να με εξυπηρετήσει μου ζητούσε να του πω τον σωστό λόγο, παρότι ήταν σαφές πως τέτοιος δεν υπήρχε. Πήρα λίγο χρόνο για να σκεφτώ, ζυγίζοντας την κατάσταση: είχα κάψει ήδη δύο κανονάκια και δεν μου απέμενε παρά ένα τελευταίο. Υποψιάστηκα ότι η προσπάθεια να μαντέψω έναν σωστό λόγο ήταν η παγίδα, κι όχι η λύση. Αποφάσισα να ακολουθήσω τη λαβυρινθώδη δομή του συλλογισμού της. Σχηματοποίησα ένα συρφετό από μπούρδες και τις ξεφούρνισα με σοβαρό ύφος καταγγελίας:

«Ο λόγος που χρειάζομαι τα χαρτιά είναι για να αλλάξει ο κυβισμός του οχήματος, και μου είπαν από το υπουργείο μεταφορών ότι είναι απαραίτητα. Μάλιστα, μίλησα ο ίδιος με τον διευθυντή του τμήματος και μου είπε ότι εσείς είστε οι αρμόδιοι. Δεν μπορώ να φύγω αν δεν παραλάβω τα χαρτιά. Έχω εξουσιοδότηση και είστε υποχρεωμένοι να μου τα δώσετε.»

Το ότι τίποτα από τα παραπάνω δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα δεν φαινόταν να έχει την οποιαδήποτε σημασία στο παιχνίδι μας. Στην απλή και μόνο αναφορά ενός υψηλά ιστάμενου κάποιου άλλου υπουργείου, αγχώθηκε.

«Εεε, τότε, δεν… δεν ξέρω! Πρέπει να ρωτήσουμε τον κύριο προϊστάμενο.»

Ο προϊστάμενος όλη αυτή την ώρα βρισκόταν στο διπλανό γραφείο του ίδιου δωματίου, σερφάροντας στο ίντερνετ. Θαύμασα ότι η αναφορά στην ιδιότητά του δεν προκάλεσε την παραμικρή αλλαγή στην διάθεσή του. Σαν ασκητής του ζεν έμοιαζε να έχει καλλιεργήσει για τον εαυτό του μια κατάσταση απόλυτης ηρεμίας, η οποία ήταν αδύνατο να κλονιστεί από εξωτερικούς παράγοντες. Μείναμε να τον κοιτάμε σαν χάνοι καθώς συνέχιζε να βυθίζεται αμέριμνος στην οθόνη του υπολογιστή του. Τελικά, αργά αργά, και μόνο όταν του απευθύνθηκε προσωπικά ο λόγος, έδειξε να αντιλαμβάνεται την ύπαρξή μας, σαν να βγαίνει από ομίχλη.

Έπειτα, σαν να ήταν συνεννοημένοι, μοίρασαν αυτόματα τους ρόλους και ξεκίνησαν έναν διάλογο-σπουδή στο θέατρο του παραλόγου. Η υπάλληλος άρχισε να παίζει τον ρόλο μου, ενώ ο προϊστάμενος έπαιζε τον δικό της. Σε εμένα έμενε αναπόφευκτα αυτός του θεατή.

«Τι θέλει;»

«Ζητάει να του δώσουμε αυτά τα χαρτιά.»

«Δεν γίνεται.»

«Γιατί δεν γίνεται;»

«Χρειάζεται δικαστική απόφαση.»

«Σίγουρα χρειάζεται;»

«Χμμ, για ποιο λόγο τα θέλει;»

«Δεν ξέρει γιατί δεν είναι για τον ίδιο.»

«Τότε δεν γίνεται.»

«Εμμ, τα θέλει για να εκδοθεί καινούργια άδεια… ή μάλλον όχι, τα θέλει για να κάνει μεταβίβαση.»

«Δεν γίνεται! Δεν μπορούμε να του τα δώσουμε για αυτούς τους λόγους.»

Όλη αυτή την ώρα οι δύο θεατρίνοι είχαν σηκωθεί από τα γραφεία τους και κινούνταν γύρω μου, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας, ενώ ατάκα με την ατάκα κατέληξαν να φωνάζουν, σχεδόν να μαλώνουν. Μετά την άρνηση του προϊστάμενου το κλίμα είχε βαρύνει αισθητά, είχαμε πέσει σε τέλμα. Ετοιμάστηκα να διαμαρτυρηθώ, αλλά η κυρία που έπαιζε εμένα, φοβούμενη ίσως μην τους χαλάσω την σκηνή, θυμήθηκε τα λόγια της και επανήλθε δυναμικά:

«Α, τα θέλει για να αλλάξει κυβισμό κινητήρα, μίλησε με τον διευθυντή στο υπουργείο μεταφορών και του είπαν ότι εμείς είμαστε αρμόδιοι.  Έχει εξουσιοδότηση και λέει ότι είμαστε υποχρεωμένοι να του τα δώσουμε.»

«Εεε, μα…! Ε τότε πες του να κάνει μια αίτηση! Εγώ πάω στην τουαλέτα!», αποκρίθηκε αιφνιδιαστικά, απηυδισμένος που αναγκάστηκε να εξηγήσει τα αυτονόητα και απομακρύνθηκε προς άγνωστη κατεύθυνση (πολύ πιθανό προς την τουαλέτα). Τα αυτονόητα ήταν πως ναι μεν, δεν γίνεται με τίποτα στον κόσμο να πάρω αυτά τα χαρτιά, γίνεται όμως κάνοντας μια απλή αίτηση, πράγμα που θα έπρεπε να γνωρίζω εξαρχής για να μην τους κουράζω τόση ώρα, αναγκάζοντάς τους να μου λένε ψευδώς ότι δεν γίνεται.

Κάπου εκεί χαώθηκα εντελώς και άρχισα να αναρωτιέμαι αν τελικά υποκρίνονταν ή έπαιζαν τους εαυτούς τους. Αυτό όμως που προείχε ήταν να την κάνω από κει μέσα γιατί είχε αρχίσει να μυρίζει καμένο λάστιχο. Ζήτησα από την υπάλληλο την περιβόητη αίτηση:

«Μου δίνετε σας παρακαλώ μια αίτηση;»

«Όχι, εσείς θα πρέπει να μου δώσετε την αίτηση.»

«Ναι, το κατάλαβα ότι εγώ πρέπει να σας δώσω την αίτηση, αλλά ρωτάω αν υπάρχει κάποια έτοιμη φόρμα που μπορώ να συμπληρώσω.»

«Όχι, δεν υπάρχει. Εσείς θα πρέπει να φτιάξετε την αίτηση», απάντησε και πάλι μηχανικά, σαν bot.

Πήρα μια κόλλα χαρτί, έγραψα την αίτηση και την παρέδωσα. Την κοίταξε και αποκρίθηκε έκπληκτη:

«Είναι λάθος η αίτηση.»

Ζονκ!

«Η αλήθεια είναι ότι δεν μου είπατε πώς ακριβώς την θέλετε.»

«Δεν ξέρετε να κάνετε αίτηση; Δεν έχετε ξανακάνει;»

«Δηλαδή εννοείτε πως υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να κάνει κανείς αίτηση;»

«Ναι, μια είναι η αίτηση. Θα σας δείξω!»

Πήρε μια καινούργια κόλλα χαρτί, την δίπλωσε με τελετουργικό τρόπο στα τέσσερα και έφτιαξε ένα διάγραμμα δικής της εμπνεύσεως, αλλάζοντας την σειρά σε όσα είχα γράψει προηγουμένως. Ζαλισμένος υπέγραψα το χαρτί που υπήρχε μπροστά μου και απομακρύνθηκα ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο σκηνικό πίσω μου· η παράσταση είχε φτάσει στο τέλος της. Αποχαιρέτησα τον θίασο εν μέσω χειροκροτημάτων και με δάκρυα στα μάτια αναζήτησα την έξοδο.

Έξω, η ζεστή ανοιξιάτικη μέρα έκανε τον βαρύ χειμώνα να φαντάζει μακρινό παρελθόν. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν έπρεπε να θεωρήσω την έκβαση του περιστατικού επιτυχημένη, έχοντας καταθέσει μια ώρα από τη ζωή μου, πνευματικά και ψυχικά αποθέματα, και τα νεύρα μου για να καταλήξω να συμπληρώσω μια απλή αίτηση, ούτε αν με είχαν χρησιμοποιήσει για να περάσουν δημιουργικά κάποιες νωχελικές στιγμές του ωραρίου τους. Ίσως να μην έχει και τόση σημασία: το να αναλωνόμαστε στο παρελθόν φαντάζει πολυτέλεια. Και τώρα που μιλάμε έχουμε καλοκαίρι.