Λίγες μέρες πριν ο δημοσιογράφος και εκδότης Θέμος Αναστασιάδης άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο. Όταν το έμαθα, αναρωτήθηκα αρχικά εάν πρόκειται για φάρσα, κατόπιν πιστοποίησα το αληθές της είδησης και αυτές ήταν οι πρώτες μου σκέψεις, που λίγο άλλαξαν έκτοτε. Ποιοι ήταν άραγε οι λόγοι για τους οποίους πίστεψα ότι θα μπορούσε να μην αληθεύει η συγκεκριμένη είδηση; Είναι γεγονός πως υπάρχουν κάποιοι θάνατοι που δύσκολα γίνονται πιστευτοί. Το γένος αυτό θανάτων διαιρείται σε υποκατηγορίες: οι θάνατοι πολύ αγαπητών και πολύ μισητών προσώπων είναι δυνατόν να παράξουν σε πρώτο χρόνο μια άρνηση· παρομοίως και αυτοί προσώπων που θεωρούμε σημαντικά, ασχέτως των συναισθημάτων που τρέφουμε για αυτά. Διαφορετική περίπτωση είναι οι απίθανοι θάνατοι, στους οποίους το πρόσωπο δεν έχει σημασία καθαυτό: ο μέσος περαστικός θα δυσκολευόταν να χωνέψει πως ένας αετός άφησε τη χελώνα να πέσει στο κεφάλι του Αισχύλου γιατί το πέρασε για βράχο. Εδώ όμως το ζήτημα είναι κάπως διαφορετικό, και η αιτία αυτής της αίσθησης ανεξήγητου είναι η εξοχότητα.

Επειδή ο Θέμος Αναστασιάδης ήταν απολύτως εξέχων σε αυτό που έκανε, το οποίο συνιστούσε ταυτόχρονα αυτό που ήταν. Αυτό που ήταν κι αυτό που έκανε ο Θέμος Αναστασιάδης ήταν, βεβαίως, σκουπίδι, αλλά ο Θέμος δεν σταματούσε εκεί. Ήταν ο βασιλιάς των σκουπιδιών, ένας αναζητητής νέων λεωφόρων αθλιότητας, μεγαλειώδης με τον τρόπο του. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ένα μέτρο για να ζυγίζει κανείς τα πράγματα· και όταν χάνει κανείς το μέτρο πρέπει να ξαναμάθει να μετράει. Ακούω ήδη τις ενστάσεις που θέλουν αυθαίρετη αυτή την τοποθέτηση: άλλος θα υποστήριζε τον Αυτιά και άλλη δεν θα άκουγε παρά μόνο το όνομα Άδωνις –επιπλέον, ξέρω ότι έχω μείνει λίγο πίσω στις συναφείς εξελίξεις, τόσο στα περιεχόμενα όσο και στα τεχνικά μέσα, πράγμα που έχει σημασία και για ό,τι ακολουθεί. Αλλά κανείς ποτέ δεν θα διατεινόταν νηφάλια ότι η επιλογή του Θέμου είναι παράλογη· σίγουρα όλοι θα αποδέχονταν πως είναι μια καλοζυγισμένη επιλογή, και θα το αφήναμε εκεί.

Το γεγονός ότι ο κόσμος είναι καλύτερος χωρίς τον Θέμο Αναστασιάδη είναι η βάση του πώς πήγε το πράγμα στη συνέχεια. Όταν λοιπόν σιγουρεύτηκα –μετά από έρευνα, όπως λέγεται– ότι πράγματι είχε πεθάνει, με κατέκλυσε το εξής όραμα: μη βλέποντας μεγάλο ντόρο διαισθάνθηκα, σε μια στιγμή αυθεντικής αισιοδοξίας, ότι δεν υπήρχε κανείς που να διαφωνεί ουσιαστικά με τη γενική μου αποτίμηση (συμπεριλαμβανομένων αυτών που δεν τον θεωρούσαν βασιλιά μα πρίγκιπα κ.λπ.) και ότι εκτυλισσόταν μια ιδιότυπη στιγμή εκεχειρίας, θεμελιωμένη σε ένα επίπεδο ριζικότερο όχι μόνο της ιδεολογικής διαπάλης, αλλά και των δεδηλωμένων εκάστοτε ατομικών ή συλλογικών αξιών. Κάπως σαν κορύφωση μιας ταινίας, έτσι λίγο μελό, όταν π.χ. όλοι οι φαντάροι κάνουν στη μπάντα για να περάσει η κυρία με το τυφλό παιδάκι ή όταν οι άλλοτε αδερφικοί φίλοι και πλέον ανταγωνιστές παραγωγοί βαριετέ δακρύζουν αντικρίζοντας την υπέροχη έκλειψη σελήνης κ.λπ. Ντάξει, θα σκεφτόταν κανείς, οι μέρες ήταν πυκνές· ο Θέμος ίσως να επισκιάστηκε από τη Βόρεια Μακεδονία, όμως θα κατατρόπωνε σίγουρα τις εξόδους των Αθηναίων. Δεν πίστεψα κάτι τέτοιο ούτε για μια στιγμή.

Πίστεψα ότι η είδηση ήταν σημαίνουσα, μα πως όλοι είχαν αποφασίσει να μην πουν παρά μόνο τυπικούρες, επειδή ο νεκρός ήταν αυτός που ήταν. Επειδή αφενός ήταν, πολύ απλά, αδύνατον να τον υπερασπιστεί κάποιος στ’ αλήθεια (εκτός απ’ ως σκουπιδοβασιλιά!), αφετέρου το να πει κανείς καλό ψόφο, βρωμερό καθίκι κ.λπ. είναι σαν να μπαίνεις στο καφενείο μούσκεμα και να λες «βρέχει». Αυτή η ιδέα με παραγέμισε με μια θαλπερή ικανοποίηση, αποφάσισα ότι η κοινωνία μας κλείνει σιγά σιγά τις πολύχρονες πληγές της και κέρασα τους συναδέλφους μου από ένα σάντουιτς. Μέχρι που διάβασα το σχόλιο της πολιτικού Εύας Καϊλή και ξαναρίχτηκα αύτανδρος στην περιπλοκότητα των πραγμάτων, οδηγούμενος σε έναν νέο κύκλο δυσπιστίας, σαν παλιά καλή διαλεκτική.

(«Μερικοί άνθρωποι είναι αναντικατάστατοι. Έφυγε ένας Έλληνας που διακρίθηκε για το ήθος, το θάρρος και την τόλμη του. Στεναχωριέμαι που σε αυτή την χώρα, οι άριστοι στοχοποιούνται αντί να γίνονται πρότυπα. Η πατρίδα του χρειαζόταν την φωνή του περισσότερο από ποτέ.»)