Αν προσπαθούσαμε να συμπυκνώσουμε την περιρρέουσα σαπίλα σε ένα λεπτό της ώρας, αποκλείεται να τα καταφέρναμε με την επιτυχία της καμπάνιας τηλεφωνίας που έχει προσφάτως κατακλύσει κάθε οθόνη, σελίδα free press και στάση λεωφορείου, τιτλοφορούμενη με ευστοχία ΤΩΡΑ. Είναι σαν μια ομάδα ειδικών ζοφολόγων να συγκεντρώθηκε και να αποτύπωσε όλες τις εκφάνσεις της αποχαύνωσης, της ρούχλας και της καγκουριάς σε ένα γρήγορο, καλοφτιαγμένο μοντάζ (υπό τον ήχο του, επενδεδυμένου πλέον τον ιερό μανδύα του ρετρό, Hey boy, hey girl των Chemical brothers) και να τις σέρβιρε πάραυτα για να ερχόμαστε στα ίσα μας όταν η αίσθηση πως το πράγμα σώζεται ακόμα διασχίζει αίφνης το μυαλό.

Αν και το να σταθεί κανείς σε οποιοδήποτε μεμονωμένο σημείο φαντάζει μάταιο σαν τη ζωή, κάποια πράγματα αξίζει να σημειωθούν. Το σημαντικότερο είναι μάλλον ο ωκεανός θετικότητας στον οποίο πλέει ανέμελα η σχεδία του ποστ-hipster, διαφανούς σύμπαντος στο οποίο κινούνται τα –ανεξαιρέτως νεαρής ηλικίας– πρόσωπα που μας παρουσιάζονται. Το μεγαλύτερο μέρος των buzzwords που χρησιμοποιούνται ανήκει στη λεγόμενη γλώσσα των νέων: άραγμα, ξεκόλλα, με κόβει, freddo espresso, δεν το πιστεύω, 12ποντο, φτιαγμένοι, παρτάρουμε, τι έβαλε, τσέκαρε, όχι ρε φίλε, level up, κ.λπ. Μα περισσότερο ενδιαφέρουσες δείχνουν οι σκηνές κατά τις οποίες το ζήτημα πάει στο απολιτίκ συνυπάρχειν: καθώς ένας τύπος με ράστα σερβίρει αχνιστό φαΐ, υποθέτω στους πτωχούς που τώρα σέρνονται από κάδο σε κάδο, η λεζάντα γράφει ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ· λίγο μετά, τρεις υπεύθυνοι νέοι, όλοι ελαφρώς αξύριστοι (=σοβαροί και με προοπτικές) ποζάρουν καθώς πίσω τους πλένονται τα ρούχα των άστεγων και διαβάζουμε προσφέρω – πόση χαρά;. Αδιαμφισβήτητα πολλή χαρά. Μόνο να ελπίζουμε μπορούμε πως ο ραστάκιας και τα καλά παιδιά με το βανάκι-πλυντήριο θα παρτάρουν κι αυτοί λίγο αφού φέρουν εις πέρας το κοινωνικό τους έργο. Τα εργασιακά καλύπτονται δεξιοτεχνικά και εις βάθος, με έναν αρχιτζιτζιφιόγκο που περιμένει αγχωμένος τη συνέντευξή του για να απαντάει τηλέφωνα με 480 ευρώ τον μήνα και μια σερβιτόρα στην πρώτη της μέρα δουλείας. Το μοναδικό σημείο στο οποίο η αρνητικότητα κάνει τη δειλή της εμφάνιση –προσφέροντας, ομολογουμένως, μια κάποια κακεντρεχή ευχαρίστηση– είναι το μελό στη μέση, όπου ο αμούστακος νεανίας καταλήγει να κλαψουρίζει διπλά μόνος, απορριφθείς από το κορίτσι-που-τον-έπιασε-με-άλλη και βουτηγμένος ταυτόχρονα στην απεριόριστη μοναξιά της οθόνης. Φυσικά, το αρνητικό αυτό στοιχείο διυλίζεται αφενός από τον άκρατο συναισθηματισμό, που το μετατρέπει σε άμορφη μάζα, αφετέρου από την κλειδαρότρυπα την οποία αγναντεύει ο θλιμμένος. Το περιεχόμενο της οθόνης δεν μας παρουσιάζεται· μα δεν θα έκανε εντύπωση το ερωτικό του σκόνταμμα να καταπολεμάται μέσω της παρακολούθησης ενός προσφιλούς πορνό.

Ο αριθμός των κλισέ τείνει στο άπειρο, και το υλικό θα χρησιμεύσει σίγουρα στον ιστορικό του μέλλοντος. Τα πάντα εκτίθενται, τα πάντα συναρμόζονται ως στιγμές απόλαυσης, διασκέδασης και αμεσότητας, στις οποίες το μόνο που αρμόζει είναι η φωτογραφική αποτύπωση. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός της πλήρους έλλειψης σύνδεσης μεταξύ αφήγησης και προϊόντος: οι χαρακτήρες, παραδόξως, δεν χρησιμοποιούν καθόλου κινητά τηλέφωνα, δεν βγάζουν ούτε μία selfie. Αυτό που αναπαρίσταται είναι ο κόσμος που συγκροτείται μέσα από το προϊόν, τη δικτύωση, την επικοινωνία. Πρόκειται για μια γενίκευση του ανθρωπότυπου του τουρίστα: όλα συμβαίνουν στο παρόν, η ιστορικότητα αποσυντίθεται, ο ναρκισσισμός –ατομικός ή συλλογικός– συνιστά το νήμα που συνδέει τις εικονοποιήσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το αφόρητα υποκειμενικό στοιχείο που διέπει το κατασκεύασμα αντικειμενικοποιείται, τα πάντα ομογενοποιούνται σε μια παροντική σούπα. Το ίδιο το βίντεο συμπυκνώνει τον εαυτό του αριστουργηματικά με την είσοδο της κουλ, ελαφρώς μαστούρικης (ας το πούμε: νεανικής) φωνής που στάζει τόμους θεωρίας μέσα σε τρεις προτάσεις: «Ο καθένας έχει τη δική του πραγματικότητα, όμως όλοι έχουμε μία αλήθεια. Ζούμε το Τώρα. Όλα είναι Τώρα». Ο καθένας έχει τη δική του πραγματικότητα, μα η αλήθεια είναι κοινή: κανείς δεν έχει καμία επαφή με αυτό που θα επιθυμούσαμε να αποκαλούμε πραγματικότητα. Η παροντολατρεία, η νεολαγνεία και ο βέρος σχετικισμός της αγοράς αποτυπώνονται απολύτως αναζωογονητικά, καλώντας μας να αναρωτηθούμε: μήπως είμαστε εμείς οι ηλίθιοι;

Ενώπιον του τσουνάμι ξεφτίλας που μας έχει από καιρό παρασύρει χρειάζονται τολμηρές και εφευρετικές κινήσεις. Προτείνουμε, λοιπόν την εξής απλή μα ριζοσπαστική τεχνική: κάθε περίπτωση αναγούλας που θα προξενείται λόγω της στρατηγικής τοποθέτησης μιας διαφήμισης σε ΜΜΜ, τοίχο, σελίδα ή site, να αντιμετωπίζεται (πέρα από και παράλληλα με το μαύρο δόντι με μαρκαδόρο) μέσα από τη νοητική αναπαράσταση της στιγμής κατά την οποία ένας αληθινός, συγκεκριμένος άνθρωπος, μετά από 10 ώρες brainstorming και ενώ οι γιακάδες έχουν χαλαρώσει, τα απομεινάρια του fast food είναι από ώρα παγωμένα και τα ιδρωμένα μέτωπα στηρίζονται απεγνωσμένα σε ημιπαραλυμένες από τον διανοητικό μόχθο παλάμες, σηκώνει απότομα το κεφάλι και φωνάζει, με μάτια ξάφνου γουρλωμένα: «ΤΙ ΓΟΥΣΤΑΡΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΡΕ ΠΑΙΔΙΑ;!» ή «ΜΑΓΚΕΣ ΤΟ ΒΡΗΚΑ!» ή «ΓΙΑ ΑΚΟΥ ΑΥΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ!» (όσο κι αν το αφεντικό είναι πια πασέ), για να ακολουθήσει μία ελαφρώς ατελής μορφή της ιδέας που επευφημείται δεόντως από τους συναδέλφους και σας έκανε να ανακατευτείτε σαν βόλτα στη χωματερή τον Ιούλη με ψιλόβροχο. Πέραν του ότι μέσω της τεχνικής αυτής θα γειώσετε τη σχέση-θέαμα στο πραγματικό και θα νιώσετε –δικαίως– ανώτεροι, δεν είναι απίθανο η σταθερή της εφαρμογή να δώσει πνοή, συν τω χρόνω, σε περιστάσεις βαθιά στοχαστικές.

~