Το λοιπόν, πως άραγε μου φάνηκε ο κύριος Peter και η παρέα του;

Απολαυστικό σαν θέαμα αλλά αδύναμο στο σύνολό του. Εξηγούμαι:

Η σκηνική παρουσία των ηθοποιών έβγαζε κάτι γλυκό και οικείο. Ταυτόχρονα παρόλο που δεν είναι έργο με εξεζητημένες υποκριτικές απαιτήσεις η άνεση και η φυσικότητα που διακρίνει τους ηθοποιούς σε υποψιάζει θετικά για το ταλέντο τους. Τα σκηνικά βρίσκονται στο βασίλειο της απλότητας, χωρίς καμία εναλλαγή και οι φωτισμοί σχεδόν ανύπαρκτοι στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης. Ας μην είμαι απόλυτος, κάνουν αισθητή την παρουσία τους σε 2-3 σκηνές στις οποίες και τα καταφέρνουν αρκετά καλά στην δημιουργία ατμόσφαιρας αλλά μέχρι εκεί. Τα ίδια πάνω κάτω ισχύουν και για την μουσική (αδιάφορη).

Το κείμενο τώρα, μου φάνηκε αδύναμο και απλοϊκό, ενώ η ματιά του σκηνοθέτη πάνω στο κεντρικό ζήτημα που πραγματεύεται (την συναισθησία και την εξαιρετική μνημονική ικανότητα κάποιον ανθρώπων) μονοσήμαντη. Παρουσιάζει τους ανθρώπους αυτούς όπως θα έκανε και ένα ντοκιμαντέρ στο Σκαι. Να τρέχουν από τα talent show στους γιατρούς σαν να πρόκειται για κάποια εξωτικά ζώα που οι περιπέτειες τους δεν έχουν καμία αναφορά στην δική μας καθημερινότητα, ενώ η συμβολή των γιατρών στην ζωή τους φαντάζει σαν επουράνιο δώρο που ήρθε να τους λυτρώσει από τον κοινωνικό αποκλεισμό (γενικότερα θεοποιεί την επιστήμη). Το θέμα της παράστασης είναι ενδιαφέρον αλλά αδυνατώ να καταλάβω γιατί δεν το ανέπτυξε ευρύτερα. Mε προβληματισμούς για όλους τους ανθρώπους, όχι μόνο για τους συναισθητικούς, σχετικά με το πόσο αυθαίρετα και υποκειμενικά είναι τα δεδομένα που μας στέλνει ο εγκέφαλος μας από την αλληλεπίδραση του με το περιβάλλον και τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τις βεβαιότητες που συνηθίζουμε να χτίζουμε στην πορεία της ζωής μας.

Από την άλλη πλευρά, στα θετικά της παράστασης ήταν ότι μπόρεσε να δείξει με πολύ απλό και κατανοητό τρόπο σύνθετες και εντυπωσιακές διαδικασίες του νου, που σχετίζονται τόσο με την μνημονική ικανότητα όσο και με τον τρόπο που προσλαμβάνουμε τα εξωτερικά ερεθίσματα. Ταυτόχρονα επικρατούσε συνεχώς ένα χιούμορ που μπορεί να μην ξεκαρδιζόσουν στα γέλια αλλά ήταν χαριτωμένο και ενδιαφέρον ανά σημεία, ενώ το σύνολο της παράστασης ήταν κάτι ανάμεσα σε παιδική παράσταση, show και σεμινάριο / διάλεξη. Το κλείσιμο δε, περιελάμβανε new age στοιχεία με αποτέλεσμα να είναι εντελώς cult.

Υποθέτω ότι η τόση απλότητα – ή απλοϊκότητα;  – και η ολοκληρωτική απουσία σκηνοθετικών ευρημάτων, ενδεχομένως αποτελεί την αισθητική πρόταση του σκηνοθέτη στην παρούσα φάση και δεν έγινε από έλλειψη ικανοτήτων. Ακόμα και έτσι όμως (εκτός αν μου διέφυγε κάτι κομβικό) η απουσία βάθους στα ζητήματα που καταπιάνεται κάνει την παράσταση αρκετά επιφανειακή για το προσωπικό μου γούστο καθώς το θέατρο που αγαπώ, είναι συνυφασμένο με κάτι διαδραστικό που προσπαθεί να κινητοποιήσει μέσα μας ισχυρές δυνάμεις (όποιες και αν είναι αυτές).

 

Συντελεστές
Kείμενο / σκηνοθεσία: Peter Brook – Marie-Helene Estienne
Φωτισμοί: Phillipe Vialatte
Σκηνικός χώρος: Arthur Frank
Κοστούμια: Alice Francois

Ερμηνεύουν: Cathryn Hunter, Marcello Magni, Jared MacNeil

Ζωντανή μουσική: Raphel Chambouvet και Toshi Tsuchitori