Nijinsky / Αντρεας Θεοχαρης

“… θ’ αφιερωθώ αποκλειστικά πια
στο θέατρο
έτσι όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι
ένα θέατρο που σε κάθε παράσταση θα
δίνει ένα κέρδος
σωματικό
τόσο σ’ αυτόν που παίζει ένα ρόλο
όσο και σ’ αυτόν που βλέπει να παίζεται ένας ρόλος
εξάλλου στο θέατρο δεν παίζεις,
δρας.
Στην πραγματικότητα το θέατρο είναι η γέννηση της δημιουργίας
Αυτό θα γίνει.”

Antonin Artaud

Συνηθίζουμε να πηγαίνουμε στο θέατρο χωρίς κάποια ιδιαίτερη αγωνία, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι οι αποκλίσεις από ένα κοινώς αποδεκτό πλαίσιο αναφοράς θα είναι μικρές, αν όχι ανύπαρκτες. Παρακολουθούμε παραστάσεις για να προσλάβουμε με καλαίσθητο -ενίοτε και πρωτότυπο- τρόπο το ήδη γνωστό, το οικείο. Να αναπαράγουμε τους εαυτούς μας και τις απόψεις μας για τον κόσμο, τόσο αισθητικά όσο και εννοιολογικά. Εν τέλει μεγάλο μέρος των θεατρικών παραστάσεων προσομοιάζουν σε ένα είδος αφηγηματικής διασκέδασης.

Αντίθετα, όταν διασταυρωθούμε με το παράλογο, το περίεργο ή το εκκεντρικό, απαιτείται μια εγρήγορση, δημιουργούν εντάσεις, ενεργοποιούν μέσα μας δυνάμεις που βρίσκονταν στην αφάνεια. Τέτοια θεάματα δεν είναι απαραίτητο ότι είναι “ωραία” με την καθομιλουμένη έννοια και σίγουρα δεν είναι εύπεπτα. Είναι αναμενόμενο λοιπόν να είμαστε συγκρατημένοι, ενίοτε και αντιδραστικοί αν τύχει και βρεθούμε σε αυτά τα μονοπάτια.

Τα παραπάνω δεν γράφονται για να διατυπωθεί κάποια αξιολογική κρίση υπέρ ή κατά κάποιας τάσης. Από την άλλη, για να μην πνιγούμε στην θάλασσα της υποκειμενικότητας δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε πως μια καλλιτεχνική δημιουργία είναι φορέας και μιας αισθητικής, φιλοσοφικής και πολιτικής θέσης / θέασης για την πραγματικότητα, προκρίνοντας (σκόπιμα ή μη) μια σειρά από δυνατότητες έναντι άλλων.

Θα μπορούσε το θέατρο να παρομοιαστεί με ορυχείο. Αναζήτηση κάτω από την επιφάνεια, εκσκαφή και ανάσυρση στο δημόσιο πεδίο κάθε υλικού που πιστεύουμε ότι αξίζει να μοιραστούμε. Το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των παραστάσεων αρκείται σε μια επιφανειακή ανασκαφή κοινοτοπιών δεν θεωρώ ότι αναιρεί την συμβολή των εξαιρέσεων. Απεναντίας, κάνει τα ευρήματά τους πολυτιμότερα.

~

Ένα υπόγειο στο μεταξουργείο, το θέατρο Κορύβαντες, καταφέρνει να μας φέρει αντιμέτωπους με καταστάσεις που συνήθως δεν απαντώνται επί σκηνής. Η τρέχουσα παράσταση είναι βασισμένη στο ημερολόγιο του Νιζίνσκι, λίγα λόγια για την ζωή και το έργο του οποίου μπορούμε να διαβάσουμε στο σχετικό δελτίο τύπου:

Ο Βάσλαβ Νιζίνσκι (1889-1950), Ρώσος χορευτής πολωνικής καταγωγής, είναι ένας από τους μεγαλύτερους χορευτές και χορογράφους του εικοστού αιώνα. Χορογράφησε μόνο τρεις παραστάσεις (Το απομεσήμερο ενός φαύνου, Παιχνίδια, Ιεροτελεστία της Άνοιξης) σε μουσική των Ντεμπισί και Στραβίνσκι. Στις χορογραφίες του βασίστηκε σε γεωμετρικά μοτίβα, έσπασε κάθε παραδοσιακή χορευτική φόρμα, η δε τολμηρότητά τους προκάλεσε ένα τεράστιο σκάνδαλο στην εποχή του. Σήμερα θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές του σύγχρονου χορού. Είναι ο πρώτος που εισήγαγε σημειογραφία για το χορό. Το 1919 εισάγεται, παρά τη θέλησή του, σε ψυχιατρική κλινική, μετά από διάγνωση σχιζοφρένειας. Πάνω από τριάντα χρόνια θα μπαίνει και θα βγαίνει σε διάφορα ψυχιατρικά ιδρύματα. Λίγο πριν, και εν αναμονή του εγκλεισμού του, γράφει ένα συγκλονιστικό κείμενο γνωστό σαν “Ημερολόγιο”.

Αντλώντας έμπνευση και αυτούσιο υλικό από το ημερολόγιο του Νιζίνσκι δομείται μια απαιτητική και πολυεπίπεδη θεατρική συνάρτηση που δεν προσπαθεί να προκαταβάλει ή να εκβιάσει την ματιά του θεατή. Το σημείο αυτό χρήζει επεξήγησης: το να ταρακουνηθεί ο θεατής πιστεύω ότι αποτελεί βασικό στόχο της θεατρικής προσέγγισης που έχει επιλεχθεί. Όχι όμως με φτηνούς σκηνοθετικούς μανιερισμούς, μελόδραμα ή επίκληση στο συναίσθημα. Αλλά μετέχοντας ολοκληρωτικά στην μυσταγωγία που εξελίσσεται μπροστά του.

Για να πετύχει έναν τέτοιο μηχανισμό ο Αντρέας Θεοχάρης ακολουθεί έναν δύσβατο υποκριτικά και σκηνοθετικά δρόμο, απογυμνώνεται από κάθε διάθεση συμβατικής αναπαράστασης και βρίσκεται σε διαρκή, ακραία έκθεση. Αφαιρώντας οτιδήποτε περιττό εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις δυνατότητες που προσφέρει ο χώρος, το φως και το σώμα. Αγκαλιάζει τις γωνίες, χορεύει με τις σκιές, χορογραφεί στις ανομοιομορφίες του δαπέδου, αφουγκράζεται την ίδια του την αναπνοή και μονολογεί στο σκοτάδι. Ανασύρει υλικό από τα άδυτα της προσωπικότητας του Νιζίνσκι και δημιουργεί ένα κολάζ από χαρακτηριστικές εικόνες, στάσεις και ακολουθίες σκέψεων. Στις χαοτικές διαδρομές των συλλογισμών του Νιζίνσκι, η ακραία χαρά διαδέχεται αστραπιαία την βαθιά θλίψη. Τα αντιφατικά συναισθήματα για τον μέντορά και πρώην εραστή του, Ντιαγκίλεφ, η επίγνωση της επερχόμενης κατάρρευσης, η αστείρευτη δημιουργικότητα και ένας διάχυτος ερωτισμός σμιλεύουν μεθοδικά το πορτρέτο του Νιζίνσκι. Η επιλογή της χρήσης του αυτοσχεδιασμού λειτουργεί σαν καταλύτης απελευθερώνοντας κάθε φορά απροσδόκητες συνιστώσες.

Εξίσου απρόβλεπτα, σαν ένα εκκρεμές που δεν υπακούει σε κανέναν γνωστό φυσικό νόμο, ο Αντρέας Θεοχάρης ταλαντεύεται βίαια ανάμεσα στα άκρα του σώματος και του λόγου. Ο λόγος παραμένει οργανικά συνδεδεμένος με το σώμα. Σπάει, λιώνει και ανασυντίθεται. Γίνεται ψίθυρος, λυγμός, μουρμουρητό ή εμμονικά επαναληπτικός. Οι σωματικές αντιδράσεις είναι ακατέργαστες, πρωτόλειες: στρεβλώσεις, ακινησίες, λεκτικές και σωματικές παραμορφώσεις που θυμίζουν butoh. Το σώμα, ακόμα και όταν χορεύει, δεν είναι φορέας αρμονίας αλλά δρων υποκείμενο και γλώσσα: εκφράζεται, πονάει, συσπάται, δεν πλαισιώνει ούτε υπογραμμίζει το κείμενο. Είναι το ίδιο (το) κείμενο. Μια συνθήκη που προσομοιάζει στα πρότυπα του Αρτώ για ένα σωματικό, ποιητικό και μυστηριακό θέατρο που επιδιώκει την κάθαρση.

Το ημερολόγιο του Νιζίνσκι διατρέχει ένας ιδιόμορφος σαρκασμός (αμφιβάλλω αν είναι δόκιμο να ονομαστεί χιούμορ), το επίπεδο της επίγνωσης του οποίου δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Όπως ακαθόριστο παραμένει και το συνολικότερο πλαίσιο της παράστασης: ο άδειος μη-χώρος και ο απροσδιόριστος χρόνος. Σκηνές που διατηρούν την αυτοτέλειά τους σβήνουν η μια μέσα στην άλλη χωρίς να κόβεται το νήμα που τις συνδέει. Η ονειρική διάσταση αξεδιάλυτα μπλεγμένη με τον ρεαλισμό. Θα μπορούσαν τα δρώμενα να βρίσκονται στην φαντασία του Νιζίνσκι, την δική μας ή να έχουν πράγματι βιωθεί με παρόμοιο τρόπο. Να αποτελούν την συμπύκνωση μιας μεγάλης περιόδου ή μιας τρομακτικά φορτισμένης νύχτας (εν αναμονή της κρίσιμης επίσκεψης του Νιζίνσκι στον νευρολόγο την επόμενη μέρα).

Με άξονα τον Νιζίνσκι, μέσα από μεγάλη προσωπική προσπάθεια, έρευνα και επιμονή στην λεπτομέρεια ο Αντρέας Θεοχάρης έχει καταφέρει να συμπυκνώσει όλη την υποκριτική εμπειρία και δεινότητα που διαθέτει. Η κατάδυση του στο ημερολόγιο αποτελεί μια σπάνια και συγκλονιστική ερμηνεία -στα όρια της τελετουργίας- που ανοίγει διάλογο πάνω στην ίδια την λειτουργία της θεατρικής πράξης, ενώ ταυτόχρονα φωτίζει συγκινητικά την προσωπικότητα και τον εσωτερικό κόσμο της καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας του Νιζίνσκι.

Τελικά αυτό που σχηματοποιείται σταδιακά, από την πρώτη σκηνή έως το λυτρωτικό τέλος, είναι μια θύελλα υπαρξιακής αγωνίας και συναισθημάτων που τα ουρλιαχτά της μας ακολουθούν και μετά το πέσιμο της αυλαίας. Μια παράσταση που θα χαραχτεί ανεξίτηλα στην μνήμη όποιου/ας έχει την τύχη να την παρακολουθήσει.

 

υ.γ. Την τελευταία εικαστική πινελιά δίνει ο Sergio Vieira, τα σκίτσα του οποίου εκτίθενται στο φουαγιέ του θεάτρου.

υ.γ. 2) Το βάθος της προσέγγισης και ο ελεύθερος από κάθε φόρμα πειραματισμός μου θύμισε ατμόσφαιρες που συναντούμε στους Coil. Τους μέγιστους της παγκόσμιας ηλεκτρονικής πειραματικής μουσικής σκηνής. Αυτούς που πήγαν τόσο μακριά ώστε για πολλά ακόμα χρόνια να ανακαλύπτουμε ολοένα και νέες αχαρτογράφητες διαδρομές τους.

υ.γ. 3) Ακολουθεί απόσπασμα από το πρόγραμμα της παράστασης με την μαρτυρία της γυναίκας του Νιζίνσκι, Ρομόλα, για την τελευταία δημόσια εμφάνιση του Νιζίνσκι σε κλειστό κύκλο θεατών, σαφώς επηρεασμένη από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Το ίδιο βράδυ, στις 19 Ιανουαρίου του 1919, θα εισαχθεί στο ψυχιατρείο όπου και θα περάσει τα επόμενα τριάντα χρόνια της ζωής του.

~

Η τελευταία παράσταση του Νιζίνσκι.

Έφτασε η μέρα του ρεσιτάλ. Για πρώτη φορά το πρόγραμμά του παρέμενε σκοτεινό για μένα, αλλά δεν μ’ ένοιαζε. Έκανε μονάχα μια δήλωση.

Θα τους δείξω πως γεννιούνται τα μπαλέτα. Θα συνθέσω εκεί, μπροστά τους. Το κοινό τα βρίσκει όλα έτοιμα. Θέλω να τους κάνω να νιώσουν τον πόνο της δημιουργίας, την αγωνία του καλλιτέχνη όταν συνθέτει. Ακόμα και τα κοστούμια θα τα φτιάξω μπροστά τους.

Πήγα να δεχτώ τους καλεσμένους. Ήταν περίπου διακόσιοι. Ο Βασλάβ είπε:

Θα σας δείξω πώς εμείς οι καλλιτέχνες ζούμε, πώς πάσχουμε, πώς δημιουργούμε.

Άρπαξε μια καρέκλα, κάθισε απέναντι στους θεατές και τους κοίταξε σαν να ήθελε να διαβάσει τις σκέψεις τους. Περίμεναν με κατάνυξη σαν σε εκκλησία. Η ώρα περνούσε. Περίπου μισή ώρα περίμενε το κοινό, ολότελα ακίνητο, υπνωτισμένο από τον Βασλάβ…

Δεν άντεχα και έφυγα από την αίθουσα. Όταν επέστρεψα ο Νιζίνσκι χόρευε. Υπέροχα αλλά τρομαχτικά. Πήρε δυο τόπια ένα από άσπρο και ένα από μαύρο βελούδο και σχημάτισε ένα σταυρό στο μήκος της αίθουσας. Στάθηκε στην κορυφή του, με τα χέρια ανοιχτά, ένας ζωντανός σταυρός ο ίδιος:

Τώρα θα σας χορέψω τον πόλεμο, με τη δυστυχία και το θάνατο που σκόρπισε. Τον πόλεμο που δεν εμποδίσατε και που γι’ αυτόν ο καθένας σας είναι υπεύθυνος.

Ήταν τρομαχτικός. Ο χορός του ήταν τέλειος, όπως πάντα, η πνοή του όμως και το νόημά του αλλιώτικα. Στιγμές μου θύμιζε τον Πετρούσκα, όπου η μαριονέτα αγωνίζεται να ξεφύγει τη μοίρα της. Έλεγες πως κατόρθωσε να γεμίσει την αίθουσα με μια ανθρωπότητα δυστυχισμένη, πανικόβλητη. Η έκφρασή του ήταν τραγική, οι κινήσεις τους μνημειακές. Μας είχε τόσο υποβάλει που νομίζαμε πως τον βλέπαμε να πετά πάνω από διαμελισμένα σώματα. Κι εκείνος χόρευε, χόρευε χωρίς σταματημό. Στροβιλιζόταν μέσα στο χώρο, παρασύροντας μαζί του το κοινό στο θάνατο και την καταστροφή, στον κόσμο της αγωνίας και του τρόμου. Πάλευε μ’ όλους τους ατσαλένιους μυς του, με ευλυγισία, με την ταχύτητα της αστραπής, με όλη του την ύπαρξη να ξεφύγει το αμείλικτο τέλος. Ήταν ο χορός της ζωής που αγωνίζεται να σωθεί από το θάνατο.

Αναμνήσεις της Ρομόλα Νιζίνσκι, από το βιβλίο της “Νιζίνσκι”

Συντελεστές

Ερμηνεία: Αντρέας Θεοχάρης

Σκηνοθεσία, επιμέλεια κειμένου: Αντρέας Θεοχάρης

Σχέδια για την παράσταση: Sergio Vieira