Εντός του πρώτου πενταλέπτου το πράγμα βρώμισε σαν το παροιμιακό ψάρι: η υπό ανάκριση κοπέλα, αναθυμούμενη τα βάσανα της νιότης της, έπιασε να κραυγάζει κι εμείς μετρούσαμε άψυχες, στιλιζαρισμένες, πανομοιότυπες κραυγές. Θεώρησα θεμιτό να φτάσει στις τρεις· στις πέντε είχα κάπως εκνευριστεί κι όταν έχασα το μέτρημα, στην περιοχή των χαμηλών διψήφιων, ήμουν πια προϊδεασμένος γι’ αυτό που θα επακολουθούσε. Ούτε λίγο ούτε πολύ, παρακολουθήσαμε έναν πρόχειρο και ανερμάτιστο αχταρμά, βασισμένο σε ένα σετ τυπικών συγκαιρινών μας πυλώνων καλλιτεχνικής κατάπτωσης: υπερτίμηση της θεωρίας, ναρκισσισμός και αυτοαναφορικότητα, πασπαλισμένα με χορταστικές δόσεις αρμέγματος του ανέμπνευστου και ψευδοριζοσπαστικών νεωτερισμών.

Ο σκηνοθέτης είχε ήδη αγγίξει τον στόχο του, τα γρανάζια της αποστασιοποίησης άρχισαν να μου τριβελίζουν τον νου και με οδήγησαν σε ένα σύνολο από αναστοχαστικά ερωτήματα: γιατί τρέχουν οι ηθοποιοί να βγουν από τη σκηνή και δεν βγαίνουν περπατώντας; Τι μας προσφέρει αυτό το ανέκφραστο και υπερστιλιζαρισμένο στυλ ερμηνείας και ο μαριονετίστικος χαρακτήρας των ερμηνευτών; Γιατί οι εσωτερικές συνδέσεις και η γενικότερη συναρμογή των επί σκηνής τεκταινομένων είναι ο νέος εξαποδώ; Τι εξυπηρετεί η μηχανική επανάληψη οριακά ανούσιων μικροδομών; Από ποια πόρτα και σε ποια στιγμή εξήλθε η αφηγηματικότητα ή έστω η μετα-αφηγηματικότητα; Είναι απαραίτητη η χρήση κάμερας καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου; Πώς και οι ελλείψεις που θα μπορούσε κάποιος να προσάψει δεν καλύπτονται καν από κάποια άξια λόγου σκηνοθετικά ευρήματα; Είναι εύκολο ή δύσκολο να τρίψεις μεθοδικά, σαν ξεφτισμένη λαδομπογιά, κάθε ίχνος αισθήματος και χαρακτηρολογίας από ένα έργο που βρίθει και από τα δύο;

Τα ερωτήματα παρουσιάζονται μεν όλα φλέγοντα, μα η ανάλυση των ενοχλήσεων δεν έχει αξία. Η Λολίτα, ο Χριστός, ο Ταρκόφσκι, εβραίοι, χριστιανοί και μουσουλμάνοι, αναίτιες queer περσόνες, παιδικοί τάφοι, γουρούνια τρομοκράτες, εκκλησιαστική κοπροφαγία με βουρτσάκι τουαλέτας σε φανταστικό στόμα, αναρίθμητοι επί σκηνής κουλουριασμοί, χοροί και πανηγύρια, μονομπλόκ, άψυχοι μονόλογοι, κοστούμια όμορφα όσο και ξεκάρφωτα, μονομαχίες, δολοφονίες και άλλα εγκλήματα, αυτά και άλλα τόσα κόσμησαν για λίγο ή πολύ τη σκηνή της στέγης γραμμάτων και τεχνών του ιδρύματος ωνάση, μόνο και μόνο για να τα καταπιεί στη συνέχεια η λήθη του ατάκτως ερριμμένου –όλα βεβαίως κινηματογραφημένα αδιαλείπτως από δύο κάμερες που εστίαζαν μία εδώ, μία αλλού και μία παραπέρα, με τις λήψεις να προβάλλονται σε μια τεράστια οθόνη πάνω από τη σκηνή, ίσως προς υποβοήθηση των μυωπικών θεατών, ποιος να ξέρει. (Μεταξύ σκηνών, όταν οι κάμερες ήταν κλειστές, ο σκηνοθέτης μας βοηθούσε επίσης με διάφορες λεζάντες και μικρά κλιπ.) Δεν έλειψαν επίσης οι προσπάθειες για χιούμορ: χαρακτήρες που τραγούδησαν “happy deathday to you” πάνω από τα πτώματα άλλων, άρτι δολοφονηθέντων χαρακτήρων, η λεζάντα “First coming. Out” (ακολουθήθηκε από τη “Second coming. In”) ή αυτή η γλαφυρή με το “Ausgangschwitz” (πολύ σόκιν). Τέλος, το έργο έκλεισε με την απαραίτητη τσόντα-από-άλλο-έργο-του-ίδιου-δημιουργού, στην περίπτωσή μας ένα τμήμα του μεγάλου ιεροεξεταστή, με στόχο τον παραλληλισμό του φανατικού ιδεολόγου με τον άνθρωπο της εκκλησίας.

Αν οι Δαιμονισμένοι του Ντοστογιέφσκι θεματοποιούν, μεταξύ άλλων, τη ροπή προς την υπερτίμηση του λόγου και της έννοιας, οι Δαιμονισμένοι του Bogomolov υπέπεσαν ακριβώς σε αυτό το κοινότοπο σφάλμα: μάλλον ο σκηνοθέτης θεώρησε ότι οι περικοπές χωρίων, διαλόγων και μονολόγων από ένα έργο εκατοντάδων σελίδων είναι σε θέση να υποκαταστήσουν τον κόσμο που έχει κατασκευαστεί εκεί, τους χαρακτήρες, τα συμβάντα, τα συναισθήματα, το εννοιολογικό βάθος ως αποτέλεσμα ακριβώς του προϋπάρχοντος κόσμου κ.λπ. Ο Bogomolov μας πληροφορεί: «Δεν πιστεύω στον Θεό. Δεν πιστεύω, για την ακρίβεια, σε κανέναν θεό. Πιστεύω πως όλα τελειώνουν μετά θάνατον. Δεν πιστεύω ούτε σε κάποια ιδεολογία, όμως. Πιστεύω μόνο στον εαυτό μου». Κι εμείς με τη σειρά μας απαντούμε: αγαπητέ Bogomolov πάλεψες, σαν αβαθής Παζολίνι ή έλλογος Γιοντορόφσκι να μας συνδέσεις την τρομοκρατία και τον κακώς εννοούμενο μεσσιανισμό: φτιάξε καλύτερα ένα αυτοκόλλητο να κολλάς σε τουαλέτες και μη μας ταλαιπωρείς για δυο ώρες με τις καταγγελίες και τον ριζοσπαστικό πειραματισμό σου.

Στα συν! Οι μεταλλικοί τοίχοι έγραφαν πολύ ωραία στην κάμερα και αρκετά πλάνα ήταν καλώς καμωμένα. Οι ηθοποιοί ήταν κατά βάση καλοί, όσο είναι αυτό δυνατό σε μια κακή παράσταση· μου άρεσε ιδίως η Τοπαλίδου ως ανεξήγητα θηλυκός Σταυρόγκιν (λέει ο Bogomolov: “Όταν όμως κοιτάζω τους ηθοποιούς βλέπω ένα πρόσωπο χωρίς φύλο που μπορεί να παίξει οποιοδήποτε ρόλο. Αυτός είναι ο λόγος που κάποιες φορές τους νέους τους παίζουν ηλικιωμένοι και το ανάποδο” και πρέπει να αναγνωριστεί ότι το ζήτημα σηκώνει κουβέντα) και το κοστούμι της πήγαινε, θύμιζε την Πάτι Σμιθ. Οφείλω να ομολογήσω επίσης ότι το δεύτερο μισό μου φάνηκε σαφώς ανώτερο, αφού οι εκτεταμένοι μονόλογοι υπέσκαψαν κάπως το έδαφος όπου άνθιζε ξέφρενος ο πλουραλισμός του πρώτου.

Τέλος πάντων βγαίνοντας, αναρωτιόμαστε κάθε φορά: τι αποκόμισα κατά την παραμονή μου στην αίθουσα; Στην περίπτωση αυτού του ανεβάσματος των Δαιμονισμένων αυτό-το-πράγμα δεν έχει προφανώς καμία σχέση με ό,τι μπορεί να ανακαλύψει κάποια στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι, κι αυτό δεν έχει κάτι το αρνητικό από μόνο του. Το αρνητικό έγκειται στο ότι δεν αποκομίστηκε περίπου τίποτα, παρά ένα ασυνάρτητο παραλήρημα, μια πλήρης έλλειψη της οποιασδήποτε γόνιμης επήρειας και το αφελές μάθημα του σκηνοθέτη περί του παραλληλισμού θεολογίας και ιδεολογίας, που θα μας φέρουν στο χείλος της καταστροφής· εμπρός λοιπόν, ας μας επιτρέψει ο θεός κατά το νέο έτος να τοποθετούμαστε με τον πιο άκρατο δογματισμό όποτε μας δίνεται η ευκαιρία!