και μια διάχυτη καταχνιά, όλο να μας κυκλώνει…


Ήταν άραγε η έλλειψη τροφής και νερού, οι τροπικές ασθένειες και τα ανύπαρκτα φάρμακα ή τα υπαρξιακά αδιέξοδα και η μοίρα, που οδήγησαν σε ένα δυστοπικό τέλος το καράβι της ιστορίας μας; Υποθέτω όμως ότι είναι νωρίς να μιλάμε για το τέλος…

Στην εισαγωγή λοιπόν, ο υποπλοίαρχος Κρέγκ μας παρουσιάζεται αποφασισμένος να τακτοποιήσει τα γραφειοκρατικά ζητήματα της απόσυρσής του από την πρότερη ζωή του ναυτικού. Δίπλα του, στο ίδιο τραπέζι, ρουφώντας με μανία την πίπα του, ένας μυστήριος λιμενάρχης προσπαθεί ύπουλα να τον μεταπείσει. Και τελικά τα καταφέρνει, “δωρίζοντας” στον Κρέγκ την θέση του καπετάνιου (για πρώτη φορά στην καριέρα του), σε ένα -από κάθε άποψη- τελευταίο, ταξίδι επιστροφής, του σαραβαλιασμένου μεταφορικού “Οτέγκα” και ενός εξίσου ταλαιπωρημένου πληρώματος.

Όπως καταλάβατε, στα παραπάνω υπήρχε η αίσθηση μιας κλασικής θεατρικής προσέγγισης. Σύντομα ωστόσο αποδείχτηκε η τεχνητή ομαλότητα της πρώτης σκηνής, καθώς μεταβήκαμε σε μια πιο πειραματική συνθήκη, με στόχο την διατάραξη της οπτικής, της θέσης και διάθεσης των θεατών. Κωμική και γκροτέσκα ατμόσφαιρα με πλήρωμα και καπετάνιο να βρίσκονται σε διαρκές παραλήρημα. Παιδικότητα στο χιούμορ και τους διαλόγους, παράταιροι (ενίοτε αδιέξοδοι) συλλογισμοί διέγραφαν κυκλικές πορείες και αόριστοι φιλοσοφικοί υπαινιγμοί πλανιόνταν στον αέρα.  Μέχρι την μέση της παράστασης παρακολουθούσα με ενδιαφέρον τα τεκταινόμενα, ταυτόχρονα όμως, αμφέβαλλα κατά πόσο όλα αυτά μπορούν να συνθέσουν κάτι παραπάνω από τα προφανή.

Ξεκίνησε το δεύτερο μέρος όπου περιέργως, το ίδιο μοτίβο άρχισε να παράγει βαθύτερα και πολυσήμαντα περιεχόμενα. Αισθητική που θύμιζε το Στάλκερ του Ταρκόφσκι και η ατόφια μαυρίλα των διηγημάτων του Κόνραντ (όπου και βασίστηκε μεγάλο μέρος της παράστασης) μας συνόδεψαν στην “ναυτική” αυτή περιπέτεια. Ένας δυνατός συνδυασμός (όχι και τόσο χαρμόσυνος) που διανθιζόταν συνεχώς με χιουμοριστικές παρεμβολές, δίνοντάς μας την ευκαιρία να αποφύγουμε την κατάθλιψη και να εστιάσουμε στο έργο. Ένα χιούμορ τόσο ψυχεδελικό που αναρωτιόσουν αν οι ηθοποιοί βρίσκονται -το λιγότερο- σε κατάσταση μέθης, μια άκρως μεταδοτική συνθήκη. Σταδιακά τα δρώμενα ξέφυγαν προς κάτι αφηρημένο, που προκαλούσε εσωτερικούς συνειρμούς, εικόνες και νοητικές περιπέτειες. Μπερδευόσουν… Κινούνται ή είναι ακίνητοι, είναι ζωντανοί ή μήπως -ήδη- νεκροί; Δεν καταλάβαινες ποιος τρολλάρει ποιον, αν αυτοί τρολλάρουν εμάς ή τις περσόνες που υποδύονται. Αναρωτιόσουν μήπως τελικά -εμείς το κοινό- είμαστε οι χαμένοι, όχι στους τέσσερις ορίζοντες, αλλά στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού ή στους χίλιους τοίχους του εαυτού μας.

Η μουσική (πειραματική / dark ambient) του Στάθη Νταφαλιά, λεπτομερώς δουλεμένη, αποτελούσε το ιδανικό μουσικό χαλί, ακολουθώντας επακριβώς τη σκηνική δράση σε ένταση και ποιότητες. Τονίζω το σημείο αυτό γιατί δεν είναι σπάνιο σε παραστάσεις, ο ήχος να έχει επιλεγεί με ευκολία και προχειρότητα. Επίσης, αναφορικά με την κινησιολογια, πιστεύω πως ήταν κομβικό κομμάτι της σκηνοθεσίας και της ατμόσφαιρας, συνδέοντας οργανικά το κείμενο με τις σωματικές αντιδράσεις.

Το ερμηνευτικό ύφος και η σκηνική δράση είχαν στοιχεία αφήγησης παραμυθιού (το ίδιο και η σκηνογραφία), ενώ κάποια ξεσπάσματα του καπετάνιου και τα εφέ στην αρχή του δεύτερου μέρους μου φάνηκε ότι -μέσα στην υπερβολή τους- λειτούργησαν αποσταθεροποιητικά. Οι έννοιες του προορισμού, της νοσταλγίας και της ουτοπίας, μπλέκονταν μέσα στην σκοτεινιά και θολούρα του ναυαγίου και με κράτησαν εντός έργου μέχρι τέλους. Ένα τέλος ανοιχτό που ουσιαστικά καλούμαστε να το συνθέσουμε κατά βούληση.

Μετά την παράσταση, επιδίωξα να συζητήσω με τους συντελεστές και βρήκα ανθρώπους με θερμή διάθεση για επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων. Δεν σας κρύβω, πως με τόσους γύρω μας (καλλιτέχνες και μη) που έχουν καβαλήσει το καλάμι και απολαμβάνουν τη ναρκισσιστική τους εσωστρέφεια ήταν μια ελπιδοφόρα αντίθεση. Έτσι εκτός των άλλων, έμαθα ότι η Mannschaft [ensemble Gruppe] λειτουργεί δίνοντας βάση στη συστηματική  έρευνα και χρησιμοποιεί εργαλεία από τα εικαστικά, τον κινηματογράφο και την Ψυχανάλυση, λαμβάνοντας υπόψιν της “το βλέμμα του θεατή” (για τον λόγο αυτό στη συγκεκριμένη παράσταση έχουν αναπροσαρμοστεί οι θέσεις των θεατών).

Η όλη προσπάθεια ταλαντευόταν ανάμεσα στην παρωδία και την τραγωδία, παράγοντας μια χαρμολύπη διόλου ευκαταφρόνητη. Τελικά η πειραματική θεατρική προσέγγιση και η προσοχή στις λεπτομέρειες έγιναν ο βατήρας για μια βουτιά σε υπαρξιακές αναζητήσεις.

Δεν θα έπρεπε άλλωστε να αποτελούν βασικό μέλημα του θεάτρου εν γένει, οι καταδύσεις σε τέτοιες σκοτεινές, μα συνάμα “πλούσιες” περιοχές, καπετάνιε;

 

Συντελεστές

Μannschaft ΔΙΑΝΟΜΗ

Κύριος Μπερνς – Βίκυ Λέκκα

Κύριος Πένκροφτ – Βίκυ Τριανταφύλλου / Μαριάννα Λάζαρη

Κύριος Κρέγκ – Μελαχρινός Βελέντζας

Ράνσομ – Ξανθή Σπανού

Τσάρλι – Τώνια Ράλλη

Γκάμπριλ – Αριάδνη Μιχαηλάρη

Μαγείρισσα – Δανάη Ντέμου

Κόρη – Βίβιαν Πανταζή

Κύριος Έλλις – Γιώργος Σίμωνας


ΣΚΗΝΙΚΑ : Αλέξανδρος Λόγγος / Τώνια Ράλλη

BINTEO : Παναγιώτης Λαμπής

ΜΟΥΣΙΚΗ (πρωτότυπη σύνθεση) : Στάθης Νταφαλιάς

ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ : Θάλεια Τσίγκου

WEB DESIGN : Αριάδνη Μιχαηλάρη

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ / ΦΩΤΙΣΜΟΙ : Γιώργος Σίμωνας